Μουσείο Βαν Γκογκ



«Αγαπημένε μου Τεό, δεν μπορώ να κάνω τίποτα αν οι πίνακες μου δεν πουλιούνται. Θα ’ρθει όμως η μέρα που θα καταλάβουν ότι αξίζουν περισσότερο από την αξία του χρώματος που βάζω, αλλά και από την ίδια μου τη ζωή». Η συγκινητική επιστολή που ο Βίνσεντ βαν Γκογκ στέλνει στον αδελφό του Τεό στις 24 Οκτωβρίου 1888 περιέχει μια πρόβλεψη που ηχεί σαν προφητεία.
    Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ ήταν Ολλανδός ζωγράφος. Εν ζωή, το έργο του δεν σημείωσε επιτυχία ούτε ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως σημαντικός καλλιτέχνης. Ωστόσο, μετά το θάνατό του, η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών! Η επίδρασή του στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης, θεωρείται καταλυτική!
    Αυτή η εντυπωσιακή συλλογή αριστουργημάτων του Βαν Γκογκ, πραγματικά μοναδική στον κόσμο, δημιουργήθηκε με όλα τα έργα που ξέμειναν στον αδελφό – έμπορο του Βίνσεντ. Ο Τεό βαν Γκογκ φύλαξε με προσοχή τα απούλητα έργα του βασανισμένου αδελφού του και τα κληροδότησε αρχικά στη χήρα του Γιο και έπειρα στον γιο του Βίνσεντ Βίλεμ. Ο τελευταίος έζησε τόσο ώστε να μπορέσει να αποφασίσει ο ίδιος την ίδρυση του Μουσείου Βαν Γκογκ του Άμστερνταμ το 1962 και να κόψει την κορδέλα των εγκαινίων στις 2 Ιουνίου 1973 παρουσία της βασίλισσας Γιουλιάνα.
    Η κατασκευή του μουσείου ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Χέριτ Ρίτφελτ, που σχεδίασε το κτίριο ώστε να υποδέχεται περίπου εξήντα χιλιάδες επισκέπτες το χρόνο. Υπολόγισε λάθος. Το 1997 οι επισκέπτες είχαν ξεπεράσει κατά πολύ το εκατομμύριο και η υποδοχή τους έγινε δυσχερής. Το μουσείο έπρεπε να επεκταθεί και έτσι έγινε!
    Το μουσείο ανοίγει επίσημα τις θύρες του για το κοινό στις 2 Ιουνίου 1973. Στο διάστημα των τριάντα και πλέον χρόνων λειτουργίας, η φήμη του μεγαλώνει διαρκώς, τόσο που σήμερα θεωρείται ένας από τους εκθεσιακούς χώρους με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα διεθνώς (εκτιμάται ότι δέχεται πάνω από ένα εκατομμύριο επισκέπτες ετησίως).
   
Το Μουσείο Βαν Γκόγκ έχει στην κατοχή του  πάνω από 200 πίνακες, πάνω από 1000 σχέδια (από τα οποία εκτίθενται τα 580), δεκάδες χαρακτικά, 4 άλμπουμ και περίπου 750 επιστολές από και προς τον καλλιτέχνη.
    Στα επίπεδα  0 και 3 φιλοξενούνται έργα των δασκάλων του εικοστού αιώνα (Γκογκέν, Μονέ, Σινιάκ, Πιβί ντε Σαβάν, Ροντέν, Τουλούζ-Λωτρέκ, Πισαρό, Πικάσο…).  Στο επίπεδο 1 βρίσκονται τα έργα του Βαν Γκόγκ. Στο επίπεδο 2 λειτουργεί αίθουσα πληροφόρησης με σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών καθώς και διδακτικές προσθήκες. Στο επίπεδο -1 βρίσκεται μια υπερσύγχρονη αίθουσα συνεδρίων.
    Από τότε που άνοιξε το μουσείο έχει ενισχύσει όλες τις δραστηριότητες του: τη συντήρηση της συλλογής του Βαν Γκογκ, την ανάπτυξη της συλλογής της μοντέρνας τέχνης, την έρευνα, την έκθεση, την παραγωγή επιστημονικού και εκλαϊκευμένου υλικού. Όλα αυτά με σεβασμό στο ειδικό έργο που το μουσειακό ίδρυμα ανέλαβε με την πάροδο του χρόνου, αλλά και με σεβασμό στις αντιλήψεις που είχε εκφράσει ο ίδιος ο Βαν Γκόγκ, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1874 έγραψε στον Τεό τα εξής: «Να εκτιμάς όσο το δυνατόν περισσότερα έργα, η πλειονότητα των ανθρώπων εκτιμά υπερβολικά λίγα».
   Ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα έργα του είναι το ακόλουθο, ένας μουσαμάς ο οποίος είναι ο πρώτος πίνακας στον οποίο ο ίδιος ο Βίνσεντ αναφέρεται χαρακτηρίζοντας τον ζωγραφιά ή μερικές φορές και ως «η ζωγραφιά»

«Νομίζω ότι η ζωγραφιά με τους πατατοφάγους χωρικούς … παραμένει οπωσδήποτε η καλύτερη όλης της παραγωγής μου». Με αυτόν τον πίνακα επιτέλους αισθάνεται ότι έχει πραγματοποιήσει τη φιλοδοξία του να αναμετρηθεί με τον Μιγέ