Έκθεση ζωγραφικής του κ. Άρη Βολιώτη

Την Κυριακή 19 Μαΐου, το About books παραβρέθηκε στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας του Πηλίου, στη Μακρινίτσα. Αφορμή ήταν η πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση ζωγραφικής του κ. Άρη Βολιώτη με θέμα «Η λαϊκή τέχνη εμπνέει: Ζωγραφική με την τεχνική μπατίκ» 
Πολλές φορές έχουμε δει θαυμάσια σχέδια σε μεταξωτά υφάσματα και σε βαμβακερά που φαίνονται σαν περίπλοκες ζωγραφικές συνθέσεις ζωγραφισμένες στο χέρι. Όμως δεν είναι ζωγραφισμένα αλλά βαμμένα με μπογιές για υφάσματα όπως έβαφαν τα μαλλιά του προβάτου παλιά στα χωριά. Η τέχνη αυτή του βαψίματος υφασμάτων με σχέδια είναι η τέχνη του μπατίκ. Η βασική τεχνική του μπατίκ επινοήθηκε στην Ινδονησία και είναι πολύ παλιά. Στην Ιάβα κατασκευάζουν ακόμα και σήμερα θαυμάσια υφάσματα και μπάντες του τοίχου με υπέροχα σχέδια και χρώματα, κυρίως με παραστάσεις μυθικές ή φανταστικές, που τις εκμαιεύουν από την πλούσια μυθολογία τους.
Ο Άρης Βολιώτης, οικονομολόγος στο επάγγελμα, από πολύ μικρός είχε σαν τρόπο έκφρασης τη ζωγραφική, άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ασχολείται με τη ζωγραφική εδώ και 35 χρόνια και κυρίως με την τέχνη του μπατίκ. Και ποιό είναι το πιο αξιοθαύμαστο; Είναι αυτοδίδακτος! Πρόκειται για έναν άνθρωπο που σε μαγνητίζει όχι μόνο μέσα από τα έργα του αλλά κυρίως μέσα από τις γνώσεις και το ήθος του. Εντυπωσιασμένοι όπως ήμασταν από την έκθεση αλλά και από την ομιλία του κ. Βολιώτη του ζητήσαμε μας να μας παραθέσει μια μικρή συνέντευξη για του αναγνώστες του About books και εκείνος με την ευγένεια και την καλοσύνη που τον διακρίνει μας έκανε την τιμή! Πριν σας εκθέσουμε την συνέντευξη, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε μερικά από τα βιογραφικά του στοιχεία που πραγματικά εντυπωσιάζουν! Πιο συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 2002 έως τον Ιανουάριο του 2003 ο Καλλιτεχνικός Οργανισμός Δήμου Βόλου παρουσίασε την τελευταία καλλιτεχνική του εργασία στο Κέντρο Τέχνης «ΤΖΙΟΡΖΙΟ ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ» με θέμα «ΑΙΓΑΙΟ, 4000 ΧΡΟΝΙΑ», ακολούθησε ο Καλλιτεχνικός Οργανισμός Δήμου Λάρισας στο «Χατζηγιάννειο Μέγαρο» τον Απρίλιο του 2004 και η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσπρωτίας στο Πολιτιστικό Κέντρο «Πάνθεον» τον Ιούνιο του 2006. Μερικές από τις ατομικές εκθέσεις που παρουσίασε είναι: στον Βόλο («Φιλότεχνοι Βόλου» 1971), στην Αθήνα («Αρετούσα» 1974), στην Θεσσαλονίκη («Ινστιτούτο GOETHE» 1977), στη Λαμία («Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λαμίας» 1977) στην Βέροια («Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Βέροιας» 1977), στην Αθήνα («Αίθουσα Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών» 1985), στην Λάρνακα Κύπρου (Κέντρο Τεχνών Δήμου Λάρνακαας» 1990), στη Λευκωσία (Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Λευκωσίας «Πόρτα Αμμοχώστου» 1990) κά. Έργα του βρίσκονται σε Ιδιωτικές Συλλογές και σε Ιδιωτικούς και Δημόσιους Φορείς και Οργανισμούς. Ο Δήμος Βόλου προέβαλε την εικαστική διαδρομή του μετά από την παρουσίαση έργου του με θέμα την ελιά και τίτλο του έργου «Φως ιλαρόν», στα πλαίσια των Πανευρωπαϊκών Αγώνων Ενόργανης Γυμναστικής που διεξήχθησαν στον Βόλο τον Μάϊο του 2006. Έχει βραβευθεί δύο φορές με χρυσό μετάλλιο από την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΕXPO). Στις τελευταίες δραστηριότητές του ανήκει το αφιέρωμα στον τόπο του, «Πήλιο, φίλεμα Θεού» με φωτογραφίες του Μιχάλη Πόρναλη , το οποίο βραβεύθηκε από την F.I.J.E.T Ένωση Δημοσιογράφων & Συγγραφέων Τουρισμού Ελλάδος και το φωτογραφικό Λεύκωμα «Βόλος – Πήλιο από ψηλά» τα κείμενα του οποίου έγραψε. κλείνοντας, μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη του κ. Άρη Βολιώτη:
Κ. Βολιώτη, πότε ξεκινήσατε να ζωγραφίζετε;
Από τότε που κρατούσα μολύβι. Στην εφηβεία μου ζωγράφιζα με υδροχρώματα και αργότερα επικεντρώθηκα στην μινιατούρα ακουαρέλας. Παράλληλα χρησιμοποιούσα και ελαιοχρώματα.
Ποια ήταν η αιτία και γιατί διαλέξατε την τεχνική του μπατίκ;Ποιο ήταν το πρώτο έργο;
Όταν πληροφορήθηκα τυχαία, από μια φίλη, περίπου το 1969 -70, η οποία είχε σπουδάσει στην Αγγλία γραφικές τέχνες, μεταξύ των οποίων και μπατίκ, την ύπαρξη της τέχνης αυτής, θέλησα να την δοκιμάσω. Μου εξήγησε προφορικά όλα τα σχετικά. Είδα πως είχε ομοιότητες με την ακουαρέλα.  Την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, τα υπάρχοντα μέσα για μπατίκ, ήταν από πενιχρά έως αστεία. Χρώματα πωλούσε κάποιος Ζαφείρης κοντά στο Γαλλικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, ο οποίος διέθετε και κλίβανο για την αποκέρωση και το φιξάρισμα των χρωμάτων. Προμηθεύτηκα κατ’ αρχή, τα βασικά χρώματα, τα οποία διέθετε σε πλαστικά μικρά μπουκαλάκια. Αργότερα αντελήφθην πως η μικροποσότητες αυτές προέρχονταν από φιάλες του ενός λίτρου ανά χρώμα, αραιωμένο όμως με άφθονο νεράκι. Έτσι το ζωγραφισμένο αποτέλεσμα ήταν ξεθωριασμένο, άσχετο με τα αρχικά κομμάτια της φίλης που είχα πρωτοαντικρίσει. Η άγνοια του πρωτάρη μερικές φορές είναι χαρακτηριστική. Προμηθεύτηκα τα χρώματα από την Αθήνα. Τότε, μια καλή συνάδελφος και φίλη η κα Ηρώ Αποστολέρη, ανέτρεξε στα σεντούκια της γιαγιάς της και μου έδωσε ένα κομμάτι μεταξωτό Αιγυπτιώτικο ύφασμα, το οποίο πολύ θα ήθελα να είχα σήμερα. Είχα το θράσος της άγνοιας να ζωγραφίσω, σαν αρχή, τα μοτίβα της ποδιάς της Σαρακατσάνας της Θράκης ( με τον Βυζαντινό Σταυρό κ.λπ.). και σήμερα ακόμη δεν είναι ότι πιο εύκολο. Όταν επέστρεψε φιξαρισμένο από την Αθήνα ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος. Συνειδητοποίησα όμως, κάποια συγκεκριμένα πράγματα. Πως π.χ. έπρεπε να είναι το τελάρο και το τελάρωμα. Με τον τρόπο αυτό προοδευτικά και με πολύ πείσμα, άρχισε μια εξέλιξη ώστε έφθασε να μην υπολείπεται σε τίποτα, τότε, από την καθ’ αυτού τεχνική του μπατίκ
Ποιο είναι το πιο αγαπημένο έργο σας;
Δεν υπάρχει αγαπημένο και πιο αγαπημένο. Εκείνο που μπορεί να προκύψει είναι πως κάποιο έργο στο τέλος π.χ. να μην ανταποκρίνεται χρωματικά στην αισθητική και στην επιθυμία ίσως, από το γεγονός ότι οι αλλεπάλληλες βαφές χρώματος π.χ. να μην έδωσαν το επιθυμητό αποτέλεσμα και όπως είναι κατανοητό ξεκινώντας από το λευκό του υφάσματος και βάφοντας το, είναι αδύνατο να αποχρωματιστεί για να αρχίσει μια νέα προσπάθεια ή διόρθωση. Ακόμη υπάρχει το παράδοξο, κάποιο έργο που βγήκε κάτω από συνθήκες μιας συγκεκριμένης συναισθηματικής φόρτισης να επαναφέρει αυτή την ένταση και να είναι οπτικά προτιμητέο έναντι άλλων, τα οποία όμως, δεν υστερούν.   
Τι είναι για εσάς η Τέχνη, η Ζωγραφική; Τι νιώθετε όταν ζωγραφίζετε;
Στα χρόνια της κάθε είδους ωριμότητας μου (ηλικιακής, βιοποριστικής κ.λπ.) αλλά και σε διαστήματα προβληματισμού και συναισθηματικών αναζητήσεων η ζωγραφική στάθηκε κυρίως, γλωσσάρι, ομιλία, καταφύγιο, επιβεβαίωση και πολλές φορές αντίδοτο στην ασχήμια της καθημερινότητας.Ο δρόμος δεν είναι πάντα εύκολος. Άλλο είναι η κάλυψη της επιβίωσης και άλλο η έκφραση εσωτερικών αναζητήσεων και προβληματισμών. Είναι θαυμαστοί όσοι αφιερώνονται σε ένα σκοπό και εκεί τα δίνουν όλα, παρορώντας βιοποριστικές τους ανάγκες. Αυτούς τους θαυμάζω. Εγώ δεν υπήρξα. Είχα όμως πείσμα και η ζωγραφική μου έφθασε να καλύπτει κάθε ελεύθερο λεπτό που στην πραγματικότητα έπρεπε να ανήκει στην προσωπική στοιχειώδη ανάπαυση, στην οικογένεια, σε ανθρώπινες ανάγκες κ λπ.. Ατέλειωτες φορές οι ώρες του ύπνου ήταν χρόνος σκέψης και σχεδιασμού κι ακόμη η λαχτάρα για το τελικό αποτέλεσμα ενός έργου κάλυπτε κάθε προσωπική επιθυμία. Ευγνωμονώ όμως την τύχη μου, γιατί με τον δρόμο αυτόν της Τέχνης, μπόρεσα όχι μόνο να προσφέρω κάποια , έστω και μικρή, ομορφιά στον κόσμο μας αλλά και να στηριχτώ ο ίδιος σε εποχές που δοκίμασα την αχαριστία σε όλο της το μεγαλείο. Παρόλο του ότι δεν τάχθηκα υπηρέτης κανενός, πέραν του απλού πολίτη και συνάνθρωπου και της πατρίδας μου γενικότερα εν τούτοις, η ελεεινότητα που αμαύρωσε σήμερα, περισσότερο τον βίο μας πίστευε πως οι ακατονόμαστοι μπορούν να είναι ταγοί.
Μια τελευταία ερώτηση,πως η τέχνη σας αντικατοπτρίζει την κοινωνία;

Δύσκολη απάντηση, αν όχι ανέφικτη. Η δική μου τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα απειροελάχιστο μόριο, ένα ψήγμα, ένα μικρό κοχύλι μέσα στον ωκεανό της ανθρωπότητας. Έχει όμως μια φωνή που λέει : » …πόσο σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω! Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας. Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα και χορέψαμε μέσ’ τους καλοκαιρινούς κάμπους…..» (Γκάτσος)