Αιγυπτιακό Μουσείο Καΐρου!

Η ιστορία του Αιγυπτιακού Μουσείου του Καίρου, το οποίο φιλοξενεί την πιο πλούσια και λαμπρή συλλογή αιγυπτιακών αρχαιοτήτων στον κόσμο, ξετυλίγεται στο πέρασμα του χρόνου μέσα από μια μακρά και περίπλοκη διαδρομή, που ολοκληρώθηκε χάρη στην επιμονή κάποιων ανθρώπων  οι οποίοι αφιέρωσαν τη ζωή τους στη δημιουργία και την ανάπτυξη αυτού του φημισμένου ιδρύματος.

Η ανάγκη ίδρυσης του μουσείου συνδέεται με την ανακάλυψη του αρχαίου αιγυπτιακού πολιτισμού από τη Δύση αμέσως μετά την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην κοιλάδα του Νείλου.
Παρόλο που τέθηκε σε ισχύ το διάταγμα του αντιβασιλέα, στην πράξη δεν κατέστη δυνατό να αποτραπεί η συνέχιση της αρπαγής, της εξαγωγής και της καταστροφής των αιγυπτιακών αρχαιοτήτων.
Η αρχαιολογική κληρονομιά της Αιγύπτου θα έβρισκε επιτέλους έναν ισχυρό υπερασπιστή, η δράση του θα σγράγιζε την ιστορία της  αιγυπτιολογίας, τον Γάλλο μελετητή και αρχαιολόγο Ογκίστ Μαριέτ (1821-1881) που καταγόταν από την Μπουλόν-σιρ- Μερ. Αυτός εστάλη στην Αίγυπτο το 1850 από το Μουσείο του Λούβρου, όπου εργαζόταν ως βοηθός επιμελητής, για να προμηθευτεί αρχαία χειρόγραφα προκειμένου να εμπλουτιστεί η παρισινή συλλογή. Έχοντας όμως συναντήσει πολλά προσκόμματα, ο Μαριέτ αποφάσισε να ασχοληθεί με τις αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή της Σακκάρα, όπου το 1851 έφερε στο φως την περίφημη νεκρόπολη με τις σαρκοφάγους των ιερών ταύρων, γνωστή ως Σεραπιόν. Αρχικώς ο Μαριέτ είχε την ίδια συμπεριφορά με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους που αναζητούσαν αρχαιότητες για να τις προωθήσουν στις χώρες προέλευσης τους, αλλά πολύ σύντομα άλλαξε στάση. Τα πρώτα χρόνια των ανασκαφών του στην Αίγυπτο τον έκαναν να συνειδητοποιήσει την επείγουσα ανάγκη θέσπισης νόμων σχετικά με την προστασία και την ανάδειξη  της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Μετά την προσωρινή  επιστοφή του στη Γαλλία, ο Μαριέτ ξαναγύρισε στην Κοιλάδα του Νείλου, συνοδεύοντας τον πρίγκιπα Ναπολέοντα, εξάδελφο του Ναπολέοντα Γ’. Ο Γάλλος αρχαιολόγος άρχισε να ασκεί πίεση στις τοπικές αρχές να αναλάβουν δράση για την προστασία των μνημείων, έως ότου, το 1858, ιδρύθηκε η Αρχαιολογική Υπηρεσία, στην οποία ο Μαριέτ διορίστηκε διευθυντής.
Οι αρχαιότητες που ανακαλύφθηκαν και στάλθηκαν στο Κάιρο αποτέλεσαν τον πυρήνα ενός μουσείου που ο Μαριέτ κατόρθωσε εντέλει να εγκαινιάσει το 1863 στην κεντρική συνοικία του Μπουλάκ, κοντά στη κοίτη του Νείλου. Η συλλογή εν τω μεταξύ συνέχισε να διευρύνεται χάρη στη διαρκή ανασκαφική δραστηριότητα, γεγονός που τελικά κατέστησε απαραίτητες επεκτάσεις του κτιριακού συγκροτήματος του μουσείου.
Το 1878 το μουσείο επλήγη από μια μεγάλη πλημμύρα του Νείλου, έτσι το μουσείο έπρεπε να μεταφερθεί σε άλλη καταλληλότερη έδρα.
Ο ιδρυτής του Αιγυπτιακού Μουσείου του Καΐρου απεβίωσε το 1881, έχοντας αφιερώσει τη ζωή του στις αρχαιότητες της Αιγύπτου. Είχε τιμηθεί για την προσφορά του με σημαντικούς τίτλους όπως «μπέης» και  «πασάς», και είχε δει να αναφέρεται το όνομα του ακόμη και στην υπόθεση μιας όπερας που προτάθηκε στον Τζουζέπε Βέρντι και από την οποία προήλθε αργότερα η Αΐντα: ένα έργο φόρος τιμής στην αρχαία Αίγυπτο που ανέβηκε για πρώτη φορά στο Κάιρο την παραμονή των Χριστουγέννων του 1871. Μετά το θάνατο του Ματιέτ τη θέση του διευθυντή του μουσείου ανάλαβε προσωρινά ο βοηθός του, ο Ιταλός Λουίτζι Βασάλι.
Ο αντιβασιλέας Ισμαήλ αποφάσισε να παραχωρήσει μία από τις κατοικίες του  για τη στέγαση του μουσείου. Η συλλογή μεταφέρθηκε εξ ολοκλήρου στην Γκίζα κι έτσι η νέα έδρα του Αιγυπτιακού Μουσείου του Καΐρου εγκαινιάστηκε το 1890.
Ύστερα από λίγα χρόνια η απόφαση ελήφθη: αφού εξετάστηκαν δεκάδες προτάσεις, ο σχεδιασμός του νέου κτιρίου ανατέθηκε στον Γάλλο αρχιτέκτονα Μαρσέλ Ντουρνιόν. Η επιλεγείσα τοποθεσία βρισκόταν στο κέντρο του Καΐρου, το Κασρ ελ-Νιλ.
Η αρχιτεκτονική πρόκληση ήταν μεγάλη για τα μεγέθη της εποχής. Το μουσείο θα χτιζόταν εξ ολοκλήρου από οπλισμένο σκυρόδερμα (μια σημαντική καινοτομία), σε νεοκλασικό στιλ με αμυδρές αναφορές στην αιγυπτιακή τέχνη. Τον Ιανουάριο του1897 ξεκίνησε η κατασκευή του, οι εργασίες διήρκεσαν περίπου πέντε χρόνια. Τον Νοέμβριο του 1901 το κτίριο ήταν πλέον ολοκληρωμένο και ήταν έτοιμο να στεγάσει τις αιγυπτιακές αρχαιότητες. Η μεγάλη «μετακόμιση» ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του επόμενου έτους και στις 15 Νοεμβρίου 1902 το νέο μουσείο επιτέλους εγκαινιάστηκε. Μεγάλες αίθουσες που επεκτείνονταν σε δύο ορόφους, οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους με επιβλητικές κλίμακες, αποτέλεσαν έναν εκθεσιακό χώρο αντάξιο των χιλιάδων ευρημάτων (σήμερα μπορούν να υπολογιστούν σε περίπου 140.000), τα οποία ταξινομήθηκαν με βάση χρονολογικά, αισθητικά και θεματικά κριτήρια.
Τα επόμενα χρόνια, κυρίως μετά την ανακάλυψη του τάφου του Τουταγχαμών (1922) και των πολύ πλούσιων κτερισμάτων του, έγιναν απαραίτητες κάποιες μετακινήσεις και αλλαγές ώστε να βρεθεί χώρος για την έκθεση του θησαυρού του φαραώ. Πρόσφατα τα νέα εκθεσιακά κριτήρια και η ανάγκη για εξοικονόμηση επιπλέον χώρου οδήγησαν στην απόφαση για τη διαίρεση του μουσείου του Καΐρου στα δύο. Στο νεόδμητο μεγάλο κτίριο κοντά στις πυραμίδες της Γκίζας αποφασίστηκε να μεταφερθούν μεταξύ άλλων όλα τα κτερίσματα του Τουταγχαμών. Το υπόλοιπο της συλλογής θα παρέμενε στο παλιό επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο, μπροστά από το οποίο, στον ωραίο κήπο με τα αγάλματα που αιχμαλωτίζουν το βλέμμα του επισκέπτη πριν από την είσοδό του στο μουσείο, βρίσκεται το μαυσωλείο του Μαριέτ.
Το άγαλμα του Γάλλου περιβάλλεται από μια σειρά ημικυκλικά τοποθετημένων προτομών επιφανών προσωπικοτήτων που σημάδεψαν σε παγκόσμιο επίπεδο την ιστορία της αιγυπτιολογίας. 

Πηγή: Εφημερίδα Το Έθνος της Κυριακής