Πρωτοποριακή παρουσίαση αρχαιοτήτων

Το όνομα του αείμνηστου Γιώργου Χουρμουζιάδη φέρει η αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου, που είναι αφιερωμένη στο νεολιθικό πολιτισμό της Θεσσαλίας. Η  πεποίθηση ότι οι καθημερινές ασχολίες του νεολιθικού ανθρώπου πρέπει να παρουσιάζονται έτσι ώστε να μπορούν να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια του επισκέπτη, ο οποίος αποκτά ενεργό ρόλο μέσα σε αυτή τη διαδικασία καθώς καλείται να ανιχνεύσει και να αναπλάσει ο ίδιος τις πληροφορίες, αποτέλεσε την βάση για την πρωτοποριακή παρουσίαση των προϊστορικών ευρημάτων, που αποσπούν το θαυμασμό χιλιάδων επισκεπτών.
Εχει ενδιαφέρον να καταγράψουμε το βαθύτερο στοχασμό και τη φιλοσοφία του πρωτοπόρου ερευνητή, ο οποίος διετέλεσε επί σειρά ετών προϊστάμενος της ΙΓ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Βόλου και πρόεδρος της Εταιρείας Θεσσαλικών Ερευνών της πόλης μας. Ανατρέχοντας στο πρώτο τεύχος της έκδοσης «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», παραθέτουμε χαρακτηριστικό απόσπασμα του άρθρου που έγραψε ο αείμνηστος Καθηγητής προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, σχετικά με την επανέκθεση αρχαιοτήτων στο Μουσείο του Βόλου.
Οπως σημείωσε μεταξύ άλλων ο ίδιος: «Η άποψη θεμελιώνεται πάνω στην ανάγκη αλλαγής των τρόπων επανέκθεσης του αρχαιολογικού υλικού στα κεντρικά και τα περιφερειακά μας Μουσεία. Οι γνωστοί τρόποι των μουσειακών εκθέσεων έχουν μεταβάλει τα μουσεία σε «Μουσεία ιστορίας της Αρχαίας τέχνης». Είναι γνωστό βέβαια ότι μέσα σ’ ένα τέτοιο μουσείο οι μόνες νόμιμες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στον επισκέπτη και στο μουσειακό υλικό είναι εκείνες που βασίζονται στην ειδική παιδεία του πρώτου.
Υπάρχει όμως και μια άλλη άποψη που θέλει τα αρχαιολογικά Μουσεία «Μουσεία της ιστορίας του Αρχαίου πολιτισμού». Από αυτή τη δεύτερη ξεκινήσαμε για να επανεκθέσουμε το υλικό του Μουσείου Βόλου, γιατί πιστεύουμε πως έτσι θα μπορέσουμε να προωθήσουμε το ενδιαφέρον του μουσειακού επισκέπτη και να θεμελιώσουμε σωστή επικοινωνία ανάμεσα σ’ αυτόν και στο μουσειακό έκθεμα.
Η πρώτη σκέψη μας οδήγησε σε μιαν άλλη διαπίστωση, πως τελικά το πρόβλημα «μουσειακή έκθεση» πρέπει ν’ αντιμετωπισθεί ως προσπάθεια νομιμοποίησης της πληροφορίας, κάθε πληροφορίας που μπορεί να πηγάσει από το σύνολο των δημιουργημάτων του αρχαίου κόσμου. Ετσι θα μπορέσουμε εύκολα να μετασχηματίσουμε τον επισκέπτη του μουσείου σε ιστορικό υποκείμενο μιας συγκεκριμένης δημιουργικής συνεργασίας, όπως αυτή αναπτύσσεται από τη θετική προσέγγιση του επισκέπτη προς το έκθεμα, όταν αυτό ξεφύγει από την απομόνωση της αισθητικής του αξιοποίησης και ενταχθεί στο χώρο της κοινωνικής του λειτουργίας, όπου χωρίς την προκατασκευασμένη φιλολογική επιχειρηματολογία μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερα και αποτελεσματικά ως πληροφορία υπεύθυνη και ιστορικά τεκμηριωμένη».
Για την επανέκθεση του προϊστορικού υλικού, που περιλαμβάνει τις περιόδους της νεολιθικής οικονομίας και της πρώιμης Χαλκοκρατίας, «όλη η προσπάθεια στηρίχθηκε πάνω στη θεωρητική διάκριση των τριών βασικών λειτουργιών ενός προϊστορικού οικισμού. Στην οργάνωση του χώρου: δόμηση, υλικά δομής, κατοικία και βοηθητική κατασκευή, χωροταξικά στοιχεία. Οργάνωση της οικονομίας: γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, είδη διατροφής, εργαλεία, σκεύη, και στην ιδεολογία: ειδωλοπλαστική, κοσμήματα, ταφές, διακοσμητικοί χώροι.
Με βάση την παραπάνω διάκριση, χωρίσαμε την αίθουσα Γ σε τρεις θέσεις. Θέση Α: οργάνωση του χώρου, ανασκαφικά ευρήματα αρχιτεκτονικής δραστηριότητας, αναπαραστάσεις, ομοιώματα. Θέση Β: οργάνωση της οικονομίας: ανασκαφικά ευρήματα αγροτικής και αλιευτικής δραστηριότητας, λείψανα καρπών, οστά ζώων, εργαλεία, σκεύη, αναπαραστάσεις καρπών και ζώων, ειδώλια ζώων, τρόποι κατασκευής εργαλείων. Θέση Γ: ιδεολογία: ειδώλια ανθρώπων και αντικειμένων καθημερινής χρήσης, κοσμήματα,. Σφραγίδες, ταφές».

Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης υπήρξε πρωτοπόρος, διότι κατήργησε για πρώτη φορά τις προθήκες και χρησιμοποίησε τρεις τρόπους έκθεσης του αρχαιολογικού υλικού, πίνακες πάνω στους τοίχους, κόγχες και ράφια και πίνακες πάνω σε αργολιθοδομές. «Με την κατάργηση της προθήκης φέραμε το αντικείμενο πιο κοντά στο μάτι. Μ’ αυτό τον τρόπο ο επισκέπτης κερδίζει άμεση εντύπωση της υφής του εκθέματος. Ενθουσιάζεται και συγκινείται, όταν διαπιστώσει ότι πως η ανάσα του ζεσταίνει το εργαλείο, το αγγείο, το κόσμημα, όπως γινόταν μ’ εκείνον τον απόμακρο, ξεχασμένο συνάνθρωπό του», υπογράμμισε μεταξύ άλλων, αναλύοντας την φιλοσοφία παρουσίασης των ευρημάτων στην αίθουσα του νεολιθικού πολιτισμού της Θεσσαλίας.